Συνεντεύξεις

Sky ραδιόφωνο: ‘Πόρτα στις συνομιλίες’

Συνέντευξη στη Τζίνα Δαβιλά


 

ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΕΣ ΓΝΩΜΕΣ», τεύχος #6 – Δεκέμβριος 2015

zahariadis «Οι άνθρωποι ενώνονται για να χωρίσουν.»

Η ψυχολόγος-ψυχοθεραπεύτρια Έρα Μουλάκη θέτει τις ερωτήσεις και ο Τρύφων Ζαχαριάδης ξεδιπλώνει τη σκέψη του για  τις έννοιες της συντροφικότητας και του αποχωρισμού, της αγάπης και της αυτοφροντίδας,της μοναξιάς και της μοναχικότητας.

ΕΡ. : Με την ευκαιρία της έκδοσης του βιβλίου σας, που φέρει τον τίτλο «ΣΥΝΤΡΟΦΙΚΟΤΗΤΑ-ΑΠΟΧΩΡΙΣΜΟΣ» (εκδόσεις Αρμός), θα ήθελα να σας ρωτήσω πως αποφασίσατε να γράψετε για τις δύο αυτές συναισθηματικές «έννοιες» και ταυτόχρονα ποιο ρόλο έπαιξε στη συγγραφή τους η ιδιότητα σας ως ψυχοθεραπευτή;

ΤΡΥΦΩΝ ΖΑΧΑΡΙΑΔΗΣ: Η βιωματική διαδρομή μου με οδήγησε να επιλέξω τις δυο κυρίαρχες συγκινήσεις της ζωής. Η ψυχοθεραπευτική μου ενασχόληση με διευκόλυνε να «οργανώσω» συμπεράσματα και απόψεις για τον ψυχισμό, όταν αυτός καλείται να διαχειριστεί εμπειρίες σαν της συντροφικότητας και του αποχωρισμού.

Το ενδιαφέρον ίσως στο συγκεκριμένο βιβλίο έχει σχέση με τους τρεις βασικούς ρόλους ζωής που διεκπεραιώνουμε. Δηλαδή το πώς συντροφεύουμε και το πώς αποχωριζόμαστε αντίστοιχα τους ρόλους του παιδιού, του εραστή και του γονιού. Η κατεύθυνσή μας θα έπρεπε να διατηρεί συνάφεια με τη συναισθηματική ωριμότητα, ώστε να καταφέρουμε να συντροφεύσουμε με «υγεία» αυτούς που διαλέγουμε και να αποκτήσουμε την ψυχική αντοχή, όταν χρειάζεται, να τους αποχωρισθούμε. Όμως είναι γνωστό ότι δεν λειτουργούμε με ανάλογες προδιαγραφές. Αφήνουμε πολλά περιθώρια επαφής με σκοτεινά, συχνά εχθρικά συναισθήματα, που καθορίζουν δυσάρεστα τις συμπεριφορές της καθημερινότητάς μας.

ΕΡ. :Δύο φράσεις στο βιβλίο σας «Οι άνθρωποι ενώνονται για να χωρίσουν» και «Η συντροφικότητα προσδοκά την κάλυψη της μοναξιάς ενώ ο αποχωρισμός πιστοποιεί τη μοναχικότητα», δεν θεωρείται ότι είναι προκλητικές; Δηλαδή οι φίλοι, οι γονείς, δεν μπορούν να καλύψουν αυτό το κενό;

ΤΡΥΦΩΝ ΖΑΧΑΡΙΑΔΗΣ: Η πρώτη αναφορά δεν είναι ούτε φιλοσοφική ούτε ψυχολογική. Εμπεριέχει την αλήθεια της ανθρώπινης θνητότητας. Από την ώρα που γεννιόμαστε φέρουμε εντός μας και τη ζωή και το θάνατο. Ο αποχωρισμός επομένως είναι μια αδιαπραγμάτευτη πραγματικότητα. Συμβολικά το ίδιο συναντάμε στις ανθρώπινες σχέσεις. Ο έρωτας έχει αρχή και τέλος. Οι φιλίες δικαιολογημένα διεκδικούν αλληλοτροφοδότηση συναισθηματική και όχι μόνο. Κάποιες περιπτώσεις που μοιάζουν «σχετικά ιδανικές», επειδή είναι σπάνιες, πιστοποιούν τη ματαίωση που εισπράττει η πλειονότητα των ανθρώπων. Αυτοί που αγαπάμε είναι οι υποψήφιοι «Ιούδες» της ζωής μας. Όχι βέβαια γιατί πάντα οι «Άλλοι» είναι κακοί, όσο γιατί μεγαλώνουμε σίγουροι ότι οι άλλοι μας «οφείλουν» περισσότερα από αυτά που μας δίνουν. Πρόκειται για ένα γαϊτανάκι ανωριμότητας, που ο καθένας το ενισχύει με τις διεκδικήσεις του.

Όσο για τους γονείς και τη δυνατότητα να καλύπτουν με την αγάπη τους την μοναχικότητά μας, θα σας έλεγα πως αυτό συμβαίνει στην παιδική ηλικία. Αν στην ενήλικη ζωή, μας αρκεί αυτή η αγάπη, υποδηλώνει ότι δεν έχουμε την συναισθηματική ικανότητα να αγαπήσουμε (συντροφεύσουμε ικανοποιητικά) άλλους ανθρώπους εκτός από τους γονείς μας και να νοιώσουμε μαζί τους σχετική πληρότητα. Επομένως, κάτι βλαπτικό αναπτύχθηκε στη συνάφεια με τους γονείς στη συναισθηματική εκπαίδευση των παιδικών μας χρόνων.

ΕΡ.: «Η ανάγκη να υπάρχουμε στην καθημερινότητα των άλλων με την ελπίδα ότι δεν θα χρειαστεί να τους αποχωριστούμε ποτέ» προκύπτει λόγω της έλλειψης συναισθηματικής ωριμότητας ή είναι μια φυσική μας ανάγκη;

ΤΡΥΦΩΝ ΖΑΧΑΡΙΑΔΗΣ: Αυτό που στο ερώτημά σας ονομάζετε «φυσική ανάγκη», είναι διαφορετικό ως διεκδίκηση στην παιδική ηλικία και άλλο στην ενήλικη ζωή. Πρόκειται για το αυτονόητο αίτημα «του ατελεύτητου, του αιώνιου, του αθάνατου» που ζητά το βρέφος από τη μητέρα του και που «δεν συμφέρει να την αποχωριστεί ποτέ», μια και η αιώνια παρουσία της επιβεβαιώνει την ικανοποίηση των αναγκών του και καλύπτει το αίσθημα της επιβίωσής του.

Αργότερα όταν έρθει κάποιος σε επαφή με την έννοια ή την αίσθηση-φόβο του τέλους ή του θανάτου, συνειδητοποιώντας τη θνητότητα, «παίζει παιχνίδια ουτοπίας» με το συναίσθημά του. Υπόσχεται ότι θα «αγαπά κάποιον για πάντα», λέει «δεν θα σε προδώσω ποτέ» και ελπίζει ότι έτσι θα πουν και θα πράξουν και οι άλλοι. Δηλαδή λειτουργεί με μια συνειδητή ψευδαίσθηση «συνεχούς διάρκειας». Θέλει να πείσει τον εαυτό του για το «μη τέλος».

Δεν πιστεύω ότι η πλειονότητα των ανθρώπων επιλέγει την αφέλεια. Γνωρίζω όμως ότι αν χρειάζεται να ευτυχήσουμε στιγμιαία, δεν είναι φοβερό να «κάνουμε» τους αφελείς!

ΕΡ.: Η «αυτοφροντίδα» που σχολιάζετε σε κάποια σημεία του βιβλίου, μπορεί να σημαίνει ότι δεν έχουμε ανάγκη τους άλλους;

ΤΡΥΦΩΝ ΖΑΧΑΡΙΑΔΗΣ: Όχι δεν έχει σχέση με αίσθημα ή κατεύθυνση «παντοδυναμίας». Τους άλλους τους έχουμε ανάγκη και πρακτικά και συναισθηματικά. Είναι κοινή στην ανθρώπινη φύση η ανάγκη όλων να αγαπηθούν από το «σημαντικό άλλο». Στην βρεφική ηλικία αν δεν με ταΐσουν, δεν με φροντίσουν, θα μαραζώσω και θα πεθάνω. Στην ενήλικη ζωή αν δεν με «ταΐσουν και δεν με φροντίσουν», θα πρέπει να επιβιώσω αυτοφροντιζόμενος. Σε διαφορετική περίπτωση, θα τριγυρνώ ως ανήμπορο βρέφος γύρω από το «στεγνό στήθος» διεκδικώντας μίζερα ένα «ντάντεμα» που κάποιος αρνείται ή δεν μπορεί να μου το προσφέρει. Η γνώση και η ενεργοποίηση της αυτοφροντίδας είναι το αντίδοτο στο «διαρκές τραύμα».

Η αυτοφροντίδα είναι ο πυρήνας της ωριμότητας και έχει διάφορες εκφάνσεις. Μια διάστασή της έχει σχέση με την ψυχολογική προετοιμασία μας από τους γονείς, να τους αποχωριζόμαστε. Μια άλλη είναι να αντέξουμε εμείς ως γονείς να διευκολύνουμε τα παιδιά μας να μας αποχωριστούν… Αυτή είναι η έντιμη φροντίδα προς τη ζωή και τη συνέχειά της!

ΕΡ.: Η τελευταία ενότητα του βιβλίου σας ονομάζεται «επιμύθιο αγάπης». Συνδέστε μας λίγο τις δύο εμπειρίες της συντροφικότητας και του αποχωρισμού με την αγάπη.

ΤΡΥΦΩΝ ΖΑΧΑΡΙΑΔΗΣ: Θα σας απαντήσω με ένα μικρό απόσπασμα από την σελ., 161 «..Και τα δύο βασικά ένστικτα, έρωτας-θάνατος, συνδέονται εξίσου με την αγάπη. Στον έρωτα είσαι το αγαπημένο πρόσωπο ή προσδοκάς να αγαπηθείς από τον άλλο, ενώ στο θάνατο η διακοπή της φυσικής παρουσίας του άλλου ματαιώνει την αγάπη του προς εσένα ή την προσδοκία σου να αγαπηθείς στο μέλλον από αυτόν».

Η ποιότητα όμως αυτής της ανθρώπινης συναλλαγής έχει συγγένεια και με το πώς αγαπήθηκε κάποιος ως βρέφος ή πιο απλά με το τι έχει περισσέψει από την αλληλοτροφοδοτούμενη σχέση με τους πρώτους «άλλους», τους γονείς. Ανάλογα με αυτό το «περίσσευμα», αρκετές φορές βαφτίζουμε αγάπη τη συνήθεια, το φόβο της μοναχικότητας, το άγχος ένταξης στο κοινωνικό «πρέπει», την ανασφάλεια ή κάποια μορφή εξάρτησης.

Γι’ αυτό μια «συντροφική σχέση» μπορεί να στηρίζεται σε λαθεμένες ανάγκες, ενώ ένας χωρισμός να αποτελεί ασυνείδητη έκφραση ενός φόβου για την εγγύτητα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτήν.

Ψυχολογικές Γνώμες


ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΑΡΜΟΝΙΑ, Αύγουστος-Σεπτέμβριος 2015

Μη γίνεστε λαθρεπιβάτες στη ζωή και στα όνειρα των παιδιών σας!

Γιατί οι ψυχολογικοί αποχωρισμοί της παιδικής ηλικίας είναι οι αποσκευές για το ταξίδι στην ενήλικη ζωή; Πως και γιατί να βοηθήσουμε τα παιδιά να επιτύχουν την αυτονομία τους; Ο Τρύφωνας Ζαχαριάδης (συγγραφέας – ψυχαναλυτικός θεραπευτής, διευθυντής του Ινστιτούτου Σύγχρονης Παιδαγωγικής) απαντά στην ψυχολόγο-ψυχοθεραπεύτρια Κατερίνα Μαγγανά.

Η ανθρώπινη ανάγκη για συντροφικότητα και οι αναπόφευκτοι αποχωρισμοί που θα συναντήσουμε στην πορεία της ζωής είναι από τους ισχυρότερους πόλους της ύπαρξης μας. Η πρόσφατη κυκλοφορία του εξαιρετικά ενδιαφέροντος βιβλίου «Συντροφικότητα – Αποχωρισμός» του Τρ. Ζαχαριάδη (εκδόσεις Αρμός), μας έδωσε την αφορμή να κάνουμε μια ουσιαστική συζήτηση για τα μεγάλα αυτά θέματα της ζωής μας.

ΚΜ: «Η συντροφικότητα και ο αποχωρισμός χρήζουν παιδείας», μια φράση εμβληματική στο κείμενό σας. Για ποια παιδεία μιλάμε;

Τ.Ζ.:   Εκείνη που έχει σχέση με τη συναισθηματική εκπαίδευση ενός παιδιού. Ο ικανός γονιός πετυχαίνει το στόχο του όταν διευκολύνει το παιδί να αποχωρίζεται βρεφικές ανάγκες, συμπεριφορές πρώιμων παιδικών χρόνων και αισθηματικές συναλλαγές που συντηρούν και κατοχυρώνουν στη ζωή του την παντοδυναμία της γονικής φιγούρας. Η συντροφική σχέση με το παιδί εννοείται προσφέρει ικανοποίηση και στις δύο πλευρές. Ως γονείς όμως δεν γίνεται να τα μεγαλώνουμε ελπίζοντας ότι θ α μας συντροφεύουν για πάντα. Δεν είναι δυνατόν να είμαστε λαθρεπιβάτες στη ζωή και τα όνειρά τους. Είναι τραγικό να νιώθουμε ικανοποίηση όταν κάθε φορά που δοκιμάζουν να απελευθερωθούν από εμάς αισθάνονται ότι μας προδίδουν και ενοχοποιούν την ανάγκη τους για αυτονόμηση.

ΚΜ:  Εντοπίζετε λεκτικά στο βιβλίο την πηγή του αισθήματος της ενοχής στην αυτονόμηση, πως δηλαδή αρκετά παιδιά που επιτυγχάνουν την αυτονομία τους αναπτύσσουν ταυτόχρονα ενοχές απέναντι στους γονείς.

Τ.Ζ.:   Η επιτυχία της διαδρομής ενός ανθρώπου διεκπεραιώνεται σε ένα, κατά την άποψή μου, οικουμενικό τραύμα: τις επιθυμίες των γονιών του. Είτε θέλει είτε όχι θέτει ως στόχο του την ικανοποίηση ή το ξεπέρασμά τους. Με βάση τις επιλογές που έχει ή θα εφαρμόσει τις επιθυμίες τους και θα πάρει το «πιστοποιητικό του καλού παιδιού», ώστε να μη λειτουργεί ενοχικά, ή θα πράξει εκείνο που ταιριάζει περισσότερο στα δικά του θέλω. Αν υπάρχει υπερβολικό οικογενειακό «δέσιμο», η επιλογή των «θέλω» του, ασυνείδητα, μπορεί να γεννήσει στο ίδιο το παιδί αίσθημα της αδικαιολόγητης «κακότητας» του προς την πλευρά των γονιών. Έτσι ξεκινά η αναπηρία ενός ανθρώπου που έχει πειστεί ότι αν «δεν διαφωνεί» θα τον «αγαπούν». Κυρίως, η ισορροπημένη διαχείριση αυτού του ψυχικού υλικού από τους γονείς, στα πρώιμα χρόνια των παιδιών, μπορεί να τα απαλλάξει από τις ενήλικες ενοχές τους και την αφόρητη δυσθυμία τους.

ΚΜ: Αυτή η δυσθυμία προβάλλεται κυρίως στο εξωτερικό περιβάλλον, φταίνε πάντα οι άλλοι.

Τ.Ζ.:   Φυσικά και γι’ αυτό όταν φτάσει αυτός ο άνθρωπος να επιλέξει σύντροφο, προβάλλει αυτές τις γονικές εκκρεμότητες στο σύντροφό του. Η φαντασίωση ενισχύει την προσδοκία ότι οι εκκρεμότητες του παρελθόντος με τους γονείς θα επιλυθούν με τους νέους συντρόφους στο «εδώ και τώρα». Συχνά οι ματαιώσεις και τα παράπονα μας οδηγούν στον αποχωρισμό από τα άτομα στα οποία επενδύσαμε, όχι γι’ αυτό που είναι, αλλά γι’ αυτό που θα θέλαμε να γίνουν και δεν έγιναν. Με το ίδιο σχεσιακό μοτίβο σχετιζόμαστε στη σεξουαλική μας συμπεριφορά, στο εργασιακό πεδίο, στη σχέση μας με το κράτος ή στην επαφή με τους φίλους και, απ’ ό,τι φαίνεται και με τα παιδιά μας.

ΚΜ: Πολλοί γονείς δυσκολεύονται να εκπαιδεύσουν έτσι το παιδί τους, γιατί και οι ίδιοι δυσφορούν σε αυτές τις ψυχικές και ηλικιακές μετατοπίσεις. Και το να μη «μεγαλώνει» το παιδί σημαίνει ότι ξεγελούν τις δικές τους αναπόφευκτες αλλαγές.

Τ.Ζ.:   Έχετε δίκιο. Βέβαια η αίσθηση ότι μέσω των παιδιών μας νικάμε συμβολικά το θάνατο είναι ελκυστική, με την έννοια ότι αυτά αποτελούν συνέχεια της ζωής μας. Η φυσιολογική ανωριμότητα ενός παιδιού δεν κάνει κακό σε κανέναν. Αντίθετα, η συναισθηματική ανωριμότητα του γονιού κάνει κακό και στο παιδί και στις ευρύτερες κοινωνικές ομάδες. Ανώριμοι γονείς μεγαλώνουν ανώριμα παιδιά, που ενισχύουν ως αυριανοί ενήλικες την ανώριμη κοινωνική συμπεριφορά. Κατανοώ ότι από φόβο ή ευχαρίστηση, προσπαθούμε να χωρέσουμε στη ζωή μας όσο πιο πολλή συντροφικότητα χωράει. Την ποιότητά της όμως καθορίζει ο φόβος αποχωρισμού. Το «δέσιμο» των παιδιών στις ανάγκες μας δεν είναι ούτε προσφορά, ούτε αγάπη προς αυτά. Προδίδει τον εγωισμό μας και τις λανθασμένες προσεγγίσεις μας.

ΚΜ: Συχνά ακούμε στις θεραπείες ότι οι γονείς δεν μπόρεσαν να κάνουν τα παιδιά τους αυτόνομους ενήλικες, κάνοντας τον κόσμο να φαίνεται απειλητικός.

Τ.Ζ.:   Ναι, γιατί όσο πιο απειλητικός μοιάζει ο εξωτερικός κόσμος τόσο μεγαλύτερη η συσπείρωση στον οικογενειακό θύλακα. Για να μην τα μπλέξουμε, δεν αναφέρομαι στην οικογενειακή συνοχή, ασφάλεια και εμπιστοσύνη που είναι απαραίτητες, αλλά στην υπερβολική και νοσηρή εξάρτηση, που μεταφράζεται σε υπερπροστασία και κυριαρχία. Οι εξαρτήσεις αυτών των παιδιών, με στατιστικά δεδομένα, μπορεί αργότερα να τα οδηγήσουν ν’ αναζητήσουν υποκατάστατα σε ουσίες, τζόγο, αλκοόλ, ή να δημιουργήσουν σχέσεις υποταγής με πρόσωπα και καταστάσεις ιδιόρρυθμες, ή να υποστηρίξουν ιδεολογήματα που υποτίθεται ότι ενισχύουν αυτό το «δέσιμο» και τη «συνοχή».

ΚΜ: Στο βιβλίο σας αναφέρεστε στο βίωμα της εγκατάλειψης που νιώθει ένας ενήλικος σε αλλαγές, όπως π.χ. η απόκτηση ενός παιδιού που κάνει τον πατέρα να νιώθει εγκατάλειψη από τη σύντροφό τους.

Τ.Ζ.:   Πολύ συχνά οι άνθρωποι με ανεπεξέργαστες εκκρεμότητες από τη δική τους παιδική ηλικία, το φυσιολογικό το βιώνουν ως δυσφορική εξέλιξη, όπως στο παράδειγμα που αναφέρατε. Το αίσθημα της εγκατάλειψης τους καθηλώνει ψυχικά στα τραύματα της παιδικής τους ζωής κι ας βρίσκονται πια σε ενήλικη περίοδο. Αυτό έχει σχέση με το γεγονός ότι ένα παιδί γίνεται βιωματικά ένα παραδεκτό ή ένα απαράδεκτο κομμάτι του εαυτού των γονιών του. Επομένως, κάθε φορά που ως ενήλικος χρειάζεται να «αλλάξει» κάτι στη διαδρομή του, επιστρέφει στο «παιχνίδι» που έχει σχέση με το «με αποδέχονται ή με απορρίπτουν, με εγκαταλείπουν ή με αγαπούν και με φροντίζουν». Υπάρχουν δύο μορφές εγκατάλειψης. Η μία είναι σχετική με την απόρριψη μας από τους άλλους και η άλλη με την απόρριψη που πραγματοποιούμε εμείς στον εαυτό μας. Ιδιαίτερα η τελευταία μας οδηγεί αρκετές φορές να ζούμε μέχρι τέλους το «δράμα» μας.

ΚΜ: Κομμάτι της ενηλικίωσης είναι και οι φάσεις των αποχωρισμών: η μητέρα θα πρέπει ν’ αφήσει για λίγο το παιδί για να συναντηθεί με τον εραστή-σύζυγο, όπως και το παιδί θα πρέπει να νιώθει ικανό να «εγκαταλείψει» τους γονείς, για να στραφεί σε άλλους.

Τ.Ζ.:   Το σχόλιό σας με παραπέμπει στα αυτονόητα. Να αγαπήσουμε και άλλα άτομα εκτός από τους γονείς. Να επιλέξουμε ένα σύντροφο εκτός από τη μητέρα και τον πατέρα. Πιο απλά, να εμπιστευθούμε τους ανθρώπους. Για να συμβεί όμως αυτό, χρειάζεται να αντέξουμε τους αποχωρισμούς. Οι ψυχολογικοί αποχωρισμοί της παιδικής ηλικίας είναι οι …αποσκευές για το ταξίδι μιας καλής συντροφικότητας στην ενήλικη ζωή. Οι μόνοι που μπορούν να διευκολύνουν αυτούς τους αποχωρισμούς είναι οι γονείς, ή οι φροντιστές της παιδικής ηλικίας.

ΚΜ: Γράφετε για την αυτοφροντίδα, μια λειτουργία απαραίτητη για την επίτευξη ουσιαστικής συντροφικότητας στην ενήλικη ζωή.

Τ.Ζ.:   Αν δεν αυτοφροντίζομαι σημαίνει ότι θα εξαρτηθώ από κάποιον άλλο. Η δύναμη των άλλων στηρίζεται στην αδυναμίας μας. Η έννοια της φροντίδας του εαυτού μαθαίνεται και αυτή από τη βρεφική ηλικία. Βλέπω συχνά φροντιστές παιδιών να μην τα αφήνουν να φάνε μόνα τους επειδή φοβούνται μήπως λερωθούν ή μήπως καταστρέψουν το χαλί. Αν τα έχεις όλα έτοιμα σε ένα παιδί, δεν υπάρχει κίνητρο για να πάει πιο πέρα. Το ελλείπον στη ζωή μας, στη σωστή ποσότητα και ποιότητα, είναι αυτό που μας κινητοποιεί. Επειδή δε νιώθουμε ότι έχουμε καλυφθεί, κινητοποιούμε τη δημιουργική κατεύθυνση διεκδικώντας και κάτι ακόμα. Αυτό το ελλείπον ξεκινά από τους πρώτους μήνες της ζωής μας, από τη σχέση μας με τη μητέρα, αλλά και από το περιβάλλον. Αν μας επιτραπεί λοιπόν να επεξεργαστούμε αυτό που λείπει ως ωφέλιμο υλικό και όχι ως υλικό θυμού (γιατί δεν μου έδωσες, για τι με άφησες, γιατί δεν με προσέχεις κ.λπ.) τότε κερδίζεται το παιχνίδι της αυτονόμησης. Διαφορετικά μπαίνουμε συνέχεια στο ρόλο του προδότη ή του προδομένου. Συχνά αντιλαμβανόμαστε ότι δεν έχει σχέση με τους γύρω, αλλά ότι είναι ένα εσωτερικό παιχνίδι του εαυτού μας, άλλοτε ως θύτη και άλλοτε ως θύματος.

Όταν αυτές οι λειτουργίες έχουν πάει σχετικά καλά, τότε μπορούμε να κάνουμε χώρο και για τον άλλο μέσα μας.

Όλοι οι άνθρωποι έχουμε ανάγκη να αγαπηθούμε είναι η μεγαλύτερη επιθυμία μας. Αυτό που δεν εξετάζουμε είναι αν είμαστε εμείς ικανοί να αγαπήσουμε. Ο «χώρος» για τον οποίο κουβεντιάζουμε έχει σχέση με αυτή την ικανότητα και με τη διερεύνηση αν διαθέτουμε την ψυχική παιδεία, ώστε όχι μόνο να πάρουμε από τον άλλο, αλλά και να του δώσουμε. Όχι για να τον δεσμεύσουμε ώστε να μας δίνει με το ζόρι, αλλά γιατί αληθινά θέλουμε να αλληλεπιδράσουμε συναισθηματικά μαζί του. Πρόκειται για έναν ενήλικο συναγελασμό, όχι πια από τη θέση του παιδικού ρόλου και της ανευθυνότητα. Αυτή η παιδεία, όπως και όλα όσα συζητήσαμε σήμερα, πηγάζουν από την περίφημη συναισθηματική εκπαίδευση της πρώτης οικογένειας.

ΚΜ: Κάνουμε νέες ιστορίες με ρίζες σε παλιά υλικά. Υπάρχει πάντως κάτι σε αυτή την κρίση που μας καθηλώνει, αναδεικνύοντας μια δυσκολία μας στους αποχωρισμούς.

Τ.Ζ.:   Ιστορικά, ως λαός που έχει υποστεί τα πάνδεινα, έχουμε λόγους να ενισχύουμε την εθνική εσωστρέφεια και να είμαστε αρνητικοί και καχύποπτοι σε ιδιόρρυθμους συνεργατισμούς. Η καθήλωση μας έχει σχέση και με αυτό. Η διαφοροποίηση, η αλλαγή και η μετάβαση, όμως μοιάζει να είναι τραυματική για τον Έλληνα. Η «οδύνη του τοκετού» ξεπερνά τους εννέα μήνες! Κάποιες φορές χρειάζονται και αιώνες. Το ίδιο συμβαίνει και τώρα. Δυσκολευόμαστε να πάμε πιο πέρα, να κλείσουν οι «κύκλοι του χθες». Η ελληνική κοινωνία απηχεί τη συναισθηματική ανωριμότητα των μελών της από την πρώτη τους εκπαίδευση στο οικογενειακό περιβάλλον. Η κρατική εξουσία, μια άλλη «δύστροπη μητέρα», μας υποπτεύεται κι εμείς της το ανταποδίδουμε. Ίσως είναι καιρός να ξαναδιαβάσουμε τις ζωές μας μέσα από μια διαφορετική ματιά!


ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΑΡΜΟΝΙΑ, Δεκέμβριος 2012

Η σύγκρουση φέρνει λύσεις!

Λένε ότι μετά τη σύγκρουση έρχεται η συμφιλίωση. Κατά πόσο ισχύει αυτό στη σύγχρονη κοινωνία; Μπορούμε τελικά να βρούμε έναν κώδικα επικοινωνίας ώστε να βγούμε όσο το δυνατόν πιο αλώβητοι; Τις ερωτήσεις θέτει η ψυχολόγος-ψυχοθεραπεύτρια Κατερίνα Μαγγανά.

Διάγουμε κρίσιμους καιρούς, που αντανακλώνται τόσο στις σχέσεις μας με τους άλλους, όσο και με τον ίδιο μας τον εαυτό. Ζούμε σε καιρούς σύγκρουσης και πάντα το ζητούμενο μιας σύγκρουσης είναι να φτάσουμε στη συμφιλίωση. Πόσο εφικτό είναι αυτό; Ο κ. Τρύφωνας Ζαχαριάδης, ψυχαναλυτικός θεραπευτής και μέλος της International Association of Group Psychotherapy and Group Processes και του Ερευνητικού και Ακαδημαϊκού Ινστιτούτου Αθηνών, συζητά μαζί μας για τις συγκρούσεις και τις εντάσεις στη σημερινή κοινωνία, καθώς και για τους πιθανούς τρόπους αποφόρτισής τους.

ΚΜ:  Ποια είναι η έννοια της σύγκρουσης και της αναπαράστασής της στη σημερινή δοκιμαζόμενη κοινωνική δομή;

Τ.Ζ.:   Όταν χτυπώ με δύναμη πάνω σε κάτι ή σε κάποιον συγκρούομαι. Με την ευρύτερη έννοια έρχομαι σε αντίθεση, σε ρήξη ή σε αντιπαράθεση για ιδέες, συμφέροντα ή μη ελεγχόμενα συναισθήματα. Πρόκειται για την ψυχική τάση που έρχεται σε ανταγωνιστική λειτουργία και σε μη συμβιβασμό, με εκείνη του άλλου. Η σύγκρουση μπορεί να πυροδοτείται από την εξωτερική ή την εσωτερική πραγματικότητα. Γι’ αυτήν την τελευταία προφανώς μου μιλάτε που η αναπαράστασή της στην κοινωνική οθόνη προβάλλει σαν την εκ νέου παράσταση, σαν την απεικόνιση δηλαδή, υλικού μιας παλαιάς συναισθηματικής βιογραφίας στο σήμερα.

ΚΜ:  Πως ορίζετε αυτήν τη διάσταση της ‘’παλαιάς συναισθηματικής βιογραφίας’’ στη σύγκρουση;

Τ.Ζ.:   Σε έναν ικανό βαθμό οι συγκρούσεις μας δε γίνονται πάντοτε γι’ αυτό που συμβαίνει, αλλά γι’ αυτό που έχει βιωθεί τραυματικά σε παρελθοντικό χρόνο ή που φανταζόμαστε και συναισθηματικά φοβόμαστε ότι θα συμβεί και πάλι. Το ερέθισμα πυροδότησης της σύγκρουσης δεν το παίρνουμε πάντοτε αποκλειστικά απ’ ό,τι συμβαίνει τώρα, αλλά αρκετές φορές από τον συναισθηματικό απόηχο περασμένων γεγονότων.

ΚΜ:  Ποιο είναι το προφίλ των συγκρούσεων μιας κοινωνίας σαν τη δική μας η οποία μέσα από αυτά που συμβαίνουν υποφέρει;

Τ.Ζ.:   Η ελληνική κοινωνία των τελευταίων χρόνων κινείται ως ‘’καταθλιπτική ύπαρξη’’. Δηλαδή συγκρούεται με την πραγματικότητα, επειδή ακριβώς η καταθλιπτική υπόστασή της νιώθει ότι δεν μπορεί, δεν θέλει να αποδεχθεί αυτό που συνέβη και περιμένει τα πράγματα να γίνουν όπως πριν. Ακούω συχνά φίλους να παραπονιούνται ότι οι αντιδράσεις δεν είναι τόσο μαζικές όσο θα έπρεπε. Μα όταν μια κοινωνία βιώνει το καταθλιπτικό συναίσθημα, δεν έχει αντοχές για ντουντούκες και πόλεμο.

ΚΜ:  Είναι αναπόφευκτες οι συγκρούσεις στη ζωή μας;

Τ.Ζ.:   Φυσικά, αφού εμπεριέχουν το στόχο της κυριαρχίας. Μην παρασύρεστε επειδή μιλάμε με κοινωνικοποιημένους όρους και εξωραϊσμένες λέξεις. Συγκρούομαι για να εμποδίσω τον άλλο να μου επιβληθεί. Στοχεύω με την ενεργή αντιπαράθεση, δίκαια ή όχι, να επιβληθούν οι θέσεις μου ή η παρουσία μου. Αναφερόμαστε σε ‘’παιχνίδι’’ εξουσίας και ανταγωνισμού. Σε αυτήν τη σύγκρουση υφέρπει η εκδοχή ‘’να ταπεινώσω ή να ταπεινωθώ’’. Στο ζωικό βασίλειο, όπου στη σύγκρουση τα ένστικτα γίνονται για μας πιο εύκολα αντιληπτά, είναι φανερό το που στοχεύουν. Στην ανθρώπινη διαδρομή δεν γίνονται πάντα οι συγκρούσεις για επιβίωση, συμβαίνουν όμως, έστω και με περισσότερη ‘’κομψότητα’’, για την επιβολή. Είναι μέρος της ανθρώπινης φύσης η επιθετικότητα που μετουσιώνεται σε εχθρότητα και που κατ’ επέκταση οδηγεί στη σύγκρουση. Πρέπει όμως να υπογραμμίσουμε ότι σήμερα αρκετές κοινωνικές ομάδες συγκρούονται στην κυριολεξία για να επιβιώσουν.

ΚΜ:  Πότε είναι λειτουργικές – παραγωγικές και πότε στείρες οι συγκρούσεις;

Τ.Ζ.:   Για να το καταλάβουμε ας δούμε τη λειτουργικότητα σε μικρότερη ομάδα, την οικογενειακή, καθώς εκεί μπορούμε από την εμπειρία μας να αντιληφθούμε τα θετικά ή την επιδείνωση. Στο χώρο της οικογένειας διαφωνούμε, προκαλούμε σφοδρή αντιπαράθεση ή κατά μέτωπο σύγκρουση. Για να μπορέσουμε να συνυπάρξουμε, είμαστε υποχρεωμένοι να αναζητήσουμε –αν διαθέτουμε ωριμότητα- σύγκλιση απόψεων. Σε αυτό το ‘’δράμα’’ συνδιαλέγονται τα επιχειρήματα των άλλων, οι καλοπροαίρετες ή μη συνεργατικές τάσεις τους, οι δικαιολογημένες υστεροβουλίες τους. Συνεκτιμούμε όσα μπορούν να ‘’παίξουν’’ στο τραπέζι της λογικής, με στόχο μια πιθανή επαναφορά της ισορροπίας των σχέσεών μας μαζί τους. Η πλέον οδυνηρή σύγκρουση υπάρχει όταν δεν καταλαβαίνω τη συμπεριφορά του άλλου και επιτίθεμαι γιατί δεν γνωρίζω άλλο τρόπο δράσης. Στην κοινωνία του ελληνικού κράτους έχουμε απέναντί μας έναν ‘’εταίρο’’, την πολιτική εξουσία, που υποστηρίζει : ‘’Λυπάμαι δεν έχω επιλογή, πρέπει να αποδεχθείς ό,τι σου προτείνω ως λύση’’! Και αυτό δεν το καταλαβαίνουμε! Είμαστε λοιπόν σε αποσύνδεση και σχέσεων και κώδικα επικοινωνίας.

ΚΜ:  Πως εκτιμάτε όλη αυτή τη διάχυτη ένταση από σημαντικό μέρος του κόσμου;

Τ.Ζ.:   Η συμπτωματολογία που παρουσιάζουν αρκετοί Έλληνες αποτελεί καθρέφτισμα των αντιθέσεων, που ξεκινά από μια συνολική κατάσταση της ζωής τους. Ποιος είναι ο φόβος μιας ανταγωνιστικής κοινωνίας όπως η ελληνική σήμερα; Η κοινωνική αναπηρία, η οποία μετατρέπει σε ελλειμματικούς τους θεσμούς και τα όργανα, ώστε να ανταποκριθούν στις ανάγκες των πολιτών. Το γεγονός προκαλεί έντονη ανασφάλεια, άγχος και φόβο. Η επιθετικότητα που εγκαθίσταται ως επακόλουθο στις ανθρώπινες σχέσεις μεταφέρεται και στην οικογενειακή, εργασιακή, φιλική και σεξουαλική μας συνάφεια. Εμφανίζονται εξουσιαστικές συμπεριφορές, γιατί νομίζουμε ότι μόνο εξουσιάζοντας ελέγχουμε το απρόσμενο. Βέβαια η εξουσία από το κράτος γίνεται όλο και πιο έντονη, με αποτέλεσμα αντί να φοβίσουμε τον εξουσιαστή, οι πολίτες να αναζητούμε άλλους πολίτες για να τους εξουσιάσουμε εμείς. Η αγωγή των συγκρουσιακών κοινωνιών στηρίζεται στην τάση να εξουσιάζονται τα ανίσχυρα άτομα: μικρά παιδιά, ευάλωτοι συναισθηματικά ενήλικοι, οικονομικά ασθενέστεροι υφιστάμενοι, άτομα με ιδιαιτερότητες. Ουσιαστικά υπονομεύουμε τις ίδιες τις δικλίδες της πολιτιστικής και πολιτισμικής συμπεριφοράς μας.

ΚΜ:  Εκφράζεται συχνά η θέση από ειδικούς ότι η κοινωνία μας σήμερα είναι κατακερματισμένη. Συμφωνείτε;

Τ.Ζ.:   Όχι! Πάντοτε σε εποχές που η ‘’επιβίωση’’ επικρατεί, διατηρείται από ένστικτο στις κοινωνικές ομάδες ένα υλικό συνοχής. Αυτό το υλικό δημιουργεί τον πυρήνα που ροκανίζει και μακροπρόθεσμα πετυχαίνει τον κατακερματισμό των δομών της καταχρηστικής εξουσίας. Φυσικά αυτή η εξέλιξη χρειάζεται το ‘’συν Αθηνά και χείρα κίνει’’. Η κοινωνία μας υφίσταται τους κραδασμούς της μετάβασης που οδηγεί σε κάθαρση. Το κοινωνικό σύμπτωμα φορά προσωπείο ατομικού συμπτώματος. Αν μεταμφιέσουμε το συλλογικό σε ατομικό, δεν θα γίνουν κατανοητά τα αίτια, που είναι κοινωνικά και όχι προσωπικά. Αλλά βλέπετε, το άτομο είναι ο τελικός αποδέκτης αυτής της δυσλειτουργίας.

ΚΜ:  Υπάρχει υπερ-εκφόρτιση των αρνητικών συναισθημάτων σε περιόδους κρίσης;

Τ.Ζ.:   Στην ανθρώπινη ύπαρξη εκτός από τις συγκρούσεις με τα άτομα ή τις ομάδες του κοινωνικού περίγυρου, πιο συχνά υπάρχει σύγκρουση με τις εσωτερικές ομάδες. Εννοώ τα σημαντικά πρόσωπα της παιδικής μας ιστορίας που συνεχίζουν να βρίσκονται σε εκκρεμότητα συναισθηματική, δημιουργώντας βρεφικές ανάγκες στην ενήλικη ζωή μας. Πολλές φορές, μέσα από το κλινικό υλικό πιστοποιείται ότι από τους γύρω μας διεκδικούμε ό,τι δεν πήραμε από τους γονείς μας. Στην περίπτωση της ελληνικής κρίσης οι φορείς και τα όργανα της κρατικής εξουσίας μοιάζουν με εφιαλτικές γονικές φιγούρες που αρνούνται να δώσουν ό,τι είναι αυτονόητο ενώ θα έπρεπε να προσφέρουν ασφάλεια και προοπτικές ζωής. Τα αρνητικά συναισθήματα λοιπόν, έχουν διπλό έναυσμα-ερέθισμα: το γεγονός του σήμερα, με συμπλέουσα την εκκρεμότητα του χθες.

ΚΜ:  Γιατί τόσες δυσκολίες δεν μας κάνουν αλληλέγγυους;

Τ.Ζ.:   Δεν θα συμφωνήσω μαζί σας για τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή στον τόπο μας. Οι εξουσιαζόμενοι –με σοβαρές εξαιρέσεις ομολογώ- ‘’συμφιλιώνουν’’ τις ανάγκες τους. Απλώνουν το χέρι τους όλο και περισσότερο. Δεν αναφέρομαι στις οργανωμένες φιλανθρωπίες αλλά στην καθημερινή στήριξη. Συμφιλίωση και αλληλεγγύη στον χώρο αυτών που εξουσιάζονται υπάρχει. Συμφιλίωση δεν υφίσταται με την εξουσία γιατί δεν έχει πείσει ακόμη κανέναν για τη χρησιμότητα της καταχρηστικής εξουσίας της.

ΚΜ:  Η επιθετικότητα προς τους αλλοδαπούς δεν υποδηλώνει απουσία αλληλεγγύης;

Τ.Ζ.:   Τα κρούσματα επιθετικότητας προς τους οικονομικούς μετανάστες, λειτουργούν ως η επιλογή του αποδιοπομπαίου τράγου. Γι’ αυτό στην προηγούμενη απάντησή μου μιλώ για σοβαρές εξαιρέσεις στην αλληλεγγύη. Πλην όμως σε επίπεδο πολιτικά ψυχολογικό, διευκολύνει και τους κυβερνώντες και κάποιες φορές και τους κυβερνώμενους, να φταίει κάποιος άλλος για τη δυστυχία μας. Για να αποδεχθείς τον ξένο που σου ζητά μερίδιο από την μπουκιά σου, προϋπόθεση είναι η παρουσία του να χρησιμοποιηθεί ως μοχλός ανάπτυξης και όχι το αντίθετο. Αυτός ο άνθρωπος σου ζητά εργασία και εσύ του προσφέρεις ελεημοσύνη. Επομένως, εκ του πονηρού, επιτρέπω σε αυτόν τον ξένο άνθρωπο να δοκιμάσει να αφομοιωθεί σε μια κοινωνία που, είτε από άγνοια και ανοησία είτε από σκοπό, οδηγείται στην αποσύνθεση.

ΚΜ:  Τι αναδεικνύει η σημερινή κατάσταση για τη δομή και την ποιότητα των ανθρώπινων σχέσεων της κοινωνίας μας;

Τ.Ζ.:   Η ρύθμιση της συμπεριφοράς στις ανθρώπινες σχέσεις ατόμων ή ομάδων στις κοινωνίες επιτυγχάνεται με δύο τρόπους: με τη χρήση βίας ή την καθιέρωση αξιών που λειτουργούν ως κανόνες διαγωγής. Σήμερα έχει επιλεγεί φανερά η βία. Η πρόκληση είναι ένα τεράστιο δίλημμα: αντιμετωπίζω με βία τον εχθρικό Άλλο και με αγάπη τον φιλικό Άλλο. Οι ανθρώπινες σχέσεις είναι σε καμπή. Ακόμη δεν έχουν σχηματοποιηθεί από τη σημερινή κατάσταση. Καραδοκούν όμως και η ανάγκη της αγάπης και η χρησιμότητα του μίσους.

ΚΜ:  Πως ‘’μαθαίνεται’’ η συμφιλίωση; Ποια είναι τα βασικά εργαλεία της;

Τ.Ζ.:   Και η σύγκρουση και η συμφιλίωση είναι θέμα παιδείας ή, για να το πω αλλιώς, συναισθηματικής εκπαίδευσης. Η παρουσία του φόβου και της ανασφάλειας είναι τα κυρίαρχα συναισθήματα που εμποδίζουν την πραγματική συμφιλίωση. Ο συμφιλιωτικός κώδικας επικοινωνίας μαθαίνεται στην πρώτη μητρική-πατρική οικογένεια. Εμπεριέχει τη σχέση του ζευγαριού και τη σχέση του παιδιού μαζί τους. Αργότερα μπορεί, μέσα από βιωματικές εμπειρίες και ωρίμαση, να γίνει μέρος-εκδοχή μιας πτυχής του ανθρώπου. Για να συμφιλιωθείς με ανθρώπους, ομάδες ή καταστάσεις, χρειάζεται να αφήνεις μέσα σου χώρο, για να φιλοξενηθούν οι απόψεις και τα συναισθήματα των άλλων.

ΚΜ:  Πόσο εύκολο είναι να καταφέρει να βρει τις ισορροπίες του ένα διαρρηγμένος κοινωνικός ιστός σε περίοδο ισχυρών κλυδωνισμών σαν αυτή που ζούμε σήμερα;

Τ.Ζ.:   Για τη διάρρηξη του κοινωνικού ιστού χρησιμοποιήθηκαν δύο παράμετροι: οικονομική εξαθλίωση και ρατσιστική αντιμετώπιση. Και τα δύο ‘’όπλα’’ ενισχύουν τη σύγκρουση. Καιρός να ανασύρουμε από τα προσωπικά ‘’σεντούκια’’ τη συμφιλίωση!


 

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΑΡΜΟΝΙΑ, Νοέμβριος 2010

Τα παιδιά που επιλέγουν για “φίλους” τους γονείς δεν αποκτούν εύκολα εραστές 

Συνέντευξη στην Κατερίνα Μαγγανά, Ψυχολόγο-Ψυχοθεραπεύτρια

Η οικογένεια και οι δεσμοί της αποτελούν θεμελιώδη δομή για την ελληνική κοινωνία.  Πόσο καλά κάνει όμως τη δουλειά της, να δημιουργεί, δηλαδή, ώριμους και ικανούς συναισθηματικά ενηλίκους; Με αφορμή το βιβλίο του, «Ποιος εκπαιδεύει συναισθηματικά ποιον», από τις εκδόσεις «Τόπος» , που μελετά την οικογενειακή δομή και τις σχέσεις της, συνομιλήσαμε με τον κ. Ζαχαριάδη, ψυχαναλυτικό θεραπευτή, μέλος της International Association of Group Psychotherapy and Group Process και του Ερευνητικού και Ακαδημαϊκού Ινστιτούτου Αθηνών.

ΚΜ:   Ο θεσμός της οικογένειας, κρατά τα σκήπτρα. Είναι ο σημαντικότερος θεσμός του ανθρώπου και γιατί;

Τ.Ζ.:   Ο βιολογικός ορισμός της οικογένειας δεν ανταποκρίνεται στην ευρύτερη  διάστασή του, ούτε κοινωνιολογικά ούτε απόλυτα ψυχολογικά. Συχνά, άτομα χωρίς σχέσεις αίματος μπορούν να αποτελέσουν μία οικογένεια. Η λειτουργία της οικογένειας υπάρχει από τη στιγμή που δημιουργούνται δεσμοί στις σχέσεις των μελών της. Πράγματι, ο θεσμός διατήρησε τα πρωτεία του ισχυρά. Διατηρήθηκε, γιατί είναι ανθρώπινη ανάγκη να ανήκουμε κάπου και να προσδοκούμε αυτό το «κάπου» να μας προσδώσει ασφάλεια, στήριξη, κατανόηση και αποδοχή.

ΚΜ:   Τι νόημα αποδίδετε στην έννοια της «δεμένης» ελληνικής οικογένειας; Μπορεί να «δέσει» το μέλλον των παιδιών της;

T.Z.:   Είναι αλήθεια πως στον τόπο μας η δομή της «καλής» οικογένειας κρατά ιδιαιτερότητες που έχουν σχεδόν πάντα σχέση με τις ανάγκες των γονιών. Διατηρούν τρόπους εκπαίδευσης και συμπεριφοράς που ευνουχίζουν την συναισθηματική ωριμότητα των παιδιών.  Μέσα στο πλαίσιο της υπερβολικής προστασίας και προσφοράς, αρνούνται να τα αφήσουν να εξελιχθούν και να αναλάβουν τον εαυτό τους, δεν τους επιτρέπουν να αυτονομηθούν. Η υπενθύμιση: «Είμαστε πολύ δεμένη οικογένεια» κρύβει την διευκρίνιση-απειλή: «Κανένας από αυτή την οικογένεια δεν είναι έτοιμος (ώριμος) να αποχωριστεί κανέναν». Όσο πιο αδύναμα καθιστούν τα «μικρά» μέλη της οικογένειας, τόσο πιο «δεμένη» και «καλή», την αντιλαμβάνονται.  Στατιστικά, οι «δεμένες» οικογένειες «δένονται» κυρίως από τις ανάγκες της μητέρας, που φυσικά δεν καλύπτονται από την συναισθηματική οντότητα του πατέρα-συζύγου. Η χειραφέτηση του παιδιού θυσιάζεται στο βωμό των γονεϊκών αναγκών. Δεν θέλουν, δηλαδή, να εγκαταλειφθούν από το παιδί, επειδή το επιλέγουν ως συναισθηματικό σύντροφο. Την ανάγκη τους, την βαφτίζουν αγάπη: «Μας λατρεύει και δεν θέλει να φύγει από κοντά μας»! Πιστέψτε με, όταν τα παιδιά «επιλέγουν για φίλους» τους γονείς, δεν αποκτούν εύκολα εραστές!

ΚΜ: Ποιες άλλες παράμετροι ενισχύουν αυτό το φαινόμενο και «δικαιολογούν» τη συγκεκριμένη συμπεριφορά των Ελλήνων γονιών;

T.Z.:   Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι εκτός από την ψυχοπαθολογία των ανθρώπων που δημιουργούν μια οικογένεια τέτοιου είδους, υπάρχει σχέση και με τις δύσκολες εποχές που βίωσε ο ελληνισμός τους τελευταίους αιώνες (τουρκοκρατία, Α’ και Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, εμφύλιος). Το υλικό αυτό ψυχολογικά μεταφράζεται από κοινωνική σε ατομική ανασφάλεια, φόβο και συναισθηματική ευαλωτότητα.  Επομένως, υπήρξε βαθιά επιθυμία στην ελληνική κοινωνία να οριοθετήσει με υπερβολή έναν οικείο εσωτερικό χώρο, που θα κάλυπτε ότι δεν της πρόσφερε το εξωτερικό περιβάλλον.  Με βάση αυτά τα δεδομένα, αναπτύχθηκε σταδιακά μια μορφή δεσμού που λειτούργησε στο πλαίσιο μιας ψυχοπαθολογίας. Ένας ικανός αριθμός ελληνικών οικογενειών κλείνει ασφυκτικά τον περίγυρό της, αντιμετωπίζει τους εκτός εστίας καχύποπτα και προκαλεί μια νοσηρή συνοχή στα μέλη της. Τα παιδιά συμβιώνουν με τους γονείς, κυριολεκτικά ή συναισθηματικά, μέχρι ιδιαίτερα μεγάλες ηλικίες. Ακόμα κι όταν αποκτούν σύζυγο, σχεδόν ποτέ δεν αποεπενδύουν από την πρώτη οικογένεια, ώστε να επενδύσουν συναισθηματικά στην καινούργια.

ΚΜ: Γιατί, αφού θεωρητικά «αγαπάμε τα παιδιά μας» και προσπαθούμε να «τους τα δώσουμε όλα», δημιουργούμε τόσους πολλούς δύσκολους, ανώριμους και φοβισμένους ενηλίκους;

T.Z.:   Το οικογενειακό περιβάλλον αποτελεί την πρώτη πηγή από την οποία το παιδί αντλεί όλες τις γνώσεις του και τις συναισθηματικές εκδοχές του.  Παιδιά όμως υπήρξαν κάποτε και οι γονείς. Αυτό σημαίνει πως για να διαμορφώσουν ένα ευτυχισμένο παιδί, προϋπόθεση είναι να έχουν ζήσει και βιώσει την ευτυχία από τους δικούς τους γονείς. Αναφέρομαι σε ένα είδος αναπαραγωγής συμπεριφοράς, δηλαδή μια αλυσίδα εκπαίδευσης συναισθηματικής, που μεταφέρεται ασυνείδητα από γενιά σε γενιά. Αν δεν αποφασίσει κάποιος να κόψει έναν κρίκο από αυτή την αλυσίδα, δυστυχισμένοι και ανώριμοι γονείς θα συνεχίσουν να κατασκευάζουν δυστυχισμένα και ανώριμα παιδιά.

KM: Ποιες πιστεύετε ότι είναι οι κυριότερες δυσλειτουργίες των νέων οικογενειών;

T.Z.:   Πιστεύω πως έχουν κοινό παρονομαστή με τις παλιές. Αναζητούν κώδικα επικοινωνίας που θα τους επιτρέψει να αγαπηθούν τα μέλη της, αλλά δεν τον βρίσκουν. Παλαιότερα, οι ρόλοι υπήρξαν περισσότερο «ξεκάθαροι» : ο άντρας φερόταν καταπιεστικά στη γυναίκα και εκείνη, αντιδρώντας, «ροκάνιζε» τη σχέση του με τα παιδιά. Σήμερα, με την εργαζόμενη γυναίκα, αλληλοκαταπιέζονται. Διεκδικούν από τα παιδιά τους να γίνουν «σύντροφοι» του πατέρα ή της μητέρας, «θεραπευτές» της οικογένειας, «αποδιοπομπαίοι τράγοι» της ή καλούνται να βάλουν σε τάξη την «οικογενειακή αταξία». Στην ουσία, μιλάμε για ανώριμους συναισθηματικά γονείς που ψάχνουν ενήλικα συναισθηματικά παιδιά για να τους «νταντέψουν». Όλα αυτά καθρεφτίζουν και το πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας: συναισθηματική ανωριμότητα.

ΚΜ: Με δεδομένη τη σημερινή κατάσταση μιας γενικευμένης κρίσης, πώς βλέπετε να «στέκετε» η σύγχρονη μέση ελληνική οικογένεια; Μπορεί να λειτουργήσει σαν σάκος του κοινωνικού μποξ και πώς;

T.Z.:   Κάθε φορά που οι «εξωτερικές» κρίσεις συναντούν τη μέση ελληνική οικογένεια, δημιουργείται μια μορφή εσωστρέφειας αντίστοιχη με αυτήν της «δεμένης» οικογένειας που σχολίασα. Όταν η πολιτεία ή η κοινωνία δεν ανταποκρίνονται στους ρόλους που θα έπρεπε να έχουν, όπως για παράδειγμα σήμερα με την οικονομική και άλλου είδους κρίση,  διαχέεται ένα αίσθημα πανικού για το πώς θα «επιβιώσουμε», δηλαδή «ποιος θα μας αναλάβει». Ο κοινωνικός περίγυρος, αντί να λειτουργήσει σαν καλή μητέρα, μετατρέπεται σε μια σκληρή μητριά. Σε αντιστάθμισμα, η οικογένεια –έστω και με υπερβολή– αναλαμβάνει να παίξει ακόμα πιο «προστατευτικούς» ρόλους: «κλείνεται» στον εαυτό της. Το μόνο που μου προκαλεί ανησυχία στην εποχή μας είναι το αντανακλαστικό αποτέλεσμα της οικονομικής και συναισθηματικής μιζέριας. Η ανέχεια γεννά καινούργιες μορφές εξουσίας, και αυτές επηρεάζουν και την οικογενειακή επικοινωνία. Το παιχνίδι της εξουσίας, όταν δεν εκτονώνεται ικανοποιητικά στη σεξουαλικότητα, διοχετεύεται επιθετικά στις ανθρώπινες σχέσεις.

ΚΜ: Στον καινούργιο αιώνα ποιες οι δομικές αλλαγές της οικογένειας και ποια τα βασικά στοιχεία της;

T.Z.:   Κοινά στοιχεία συνεχίζουν να είναι όσα συνδέουν τα μέλη της οικογένειας , δηλαδή οι δεσμοί, βιολογικοί, νομικοί, συναισθηματικοί καθώς και αυτοί της οικογενειακής ιστορίας. Οι διαφοροποιήσεις έχουν σχέση με το οικογενειακό προφίλ. Ανατέλλει όλο και περισσότερο το είδος της μονογονεϊκής οικογένειας. Γυναίκες που επιλέγουν να αποκτήσουν παιδί χωρίς σύντροφο. Περισσότερα διαζύγια, όπου συνήθως το παιδί μεγαλώνει με τη μητέρα. Παιδιά που αποκτήθηκαν από άλλο γάμο. Άλλη παράμετρος, η «δανεική» μήτρα και η εξωσωματική διαδικασία. Κάποια παιδιά έχουν ένα βιολογικό γονιό, έναν κοινωνικό γονιό, ενώ υπάρχει ίσως ο δότης ή η δότρια που συντελεί στη γέννηση και απόκτηση τους. Γίνεται φανερό ότι αλλάζει η δομή της οικογένειας. Οι επιλογές μοιάζουν πιο «πολύπλοκες» και ταυτόχρονα πιο «χαλαρές», ενώ τα «ζευγάρια» λειτουργούν ως μοναχικές οντότητες. Ό,τι όμως κι αν αλλάξει, το αίτημα της ανθρώπινης ύπαρξης θα παραμένει ένα: να αγαπηθεί για να βιώνει ασφάλεια και αποδοχή.

KM: Ο οικογενειακός θεσμός θα συνεχίσει να αντιστέκεται στις κρίσεις;

T.Z.:   Η οικογενειακή ομάδα θα συνεχίσει να παίζει το σημαντικό ρόλο της. Η κρίση του θεσμού έχει μεγαλύτερη σχέση με τη συμπεριφορά του ζευγαριού. Στην ανθρώπινη συμπεριφορά, η ευχέρεια και η συνήθεια να πληγώνει ο ένας τον άλλο είναι ενδεικτική της εχθρότητας που διέπει την κοινωνική επικοινωνία. Είμαι όμως αισιόδοξος για την προσαρμοστική ικανότητα του θεσμού. Μπορεί τα οικογενειακά συμπτώματα να συμβολοποιούν το κοινωνικό άγχος, αυτό όμως μας επιτρέπει να αποκρυπτογραφήσουμε τις αιτίες της όποιας δυσλειτουργίας…

ΚΜ: Ποιος είναι τελικά ο πραγματικός προορισμός της οικογένειας; Και πώς μπορεί να επιτευχθεί;

T.Z.:   Οι γονείς επιλέγουν τη διδαχή της συντροφικότητας στα παιδιά τους και, ενώ πρέπει να τα διευκολύνουν συναισθηματικά να τους αποχωριστούν, τα προσκολλούν στη σχέση τους. Μας μοιάζει φυσική η αρχή (ικανοποίηση) και αφύσικο το τέλος (αποχωρισμός, θάνατος, ματαίωση). Ακούγεται απλό, αλλά η ευτυχία και η ωριμότητα –και των παιδιών και των γονιών– εξαρτώνται από τη συναισθηματική τους εκπαίδευση απέναντι στη συντροφικότητα και τον αποχωρισμό. Δοκιμάστε το!


 

H Μεταφυσική στη σύγχρονη Λογοτεχνία

Συνέντευξη στη Μ.Μακρή

Ο Τρύφων Ζαχαριάδης ανήκει χρονικά αλλά και από άποψη ύφους – ο ίδιος δεν δέχεται ούτε αυτού του είδους την ένταξη – στη γενιά των Δημιουργών του ’70. Διατηρεί όλα εκείνα τα στοιχεία των Πεζογράφων και Ποιητών, που στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας, επέλεξαν μέσα από το χώρο της γραφής μια πορεία, που επιτυχημένα χαρακτηρίστηκε ‘’εκ των έσω προς τα έσω’’. Πέρα όμως από το γενικό προσδιορισμό, ο αναγνώστης των βιβλίων του αποκτά την εντύπωση πως ο συγκεκριμένος συγγραφέας, αντλεί τα ερεθίσματα των μύθων του, μέσα από ένα καθαρά ονειρικό χώρο που σέρνει όλα τα στοιχεία του μεταφυσικού γεγονότος. Ακόμα, κρατάει και για τον εαυτό του και για τη δόκιμη γραφή του μια αφοπλιστικά αποδεκτή μυστικιστική εξέλιξη.

Στην τελευταία του νουβέλα ‘’Περίπτωση για Νηφάλιους’’ – που υπήρξε η αιτία της συνομιλίας μας – καταφέρνει να ενσωματώνει τα συμβολοποιημένα πρότυπα της φθοράς και του έρωτα, σε μια ατμόσφαιρα που θελημένα αγνοείς τα όρια της στιγμής ή της αιωνιότητας.

Μ.Μ.:   Πείτε μας κ. Ζαχαριάδη η μεταφυσική αναζήτηση έχει παίξει κάποιον ιδιάζοντα ρόλο στη ζωή   σας;

T.Z.:       Στο επίπεδο που η λογική δεν καλύπτει τους υπαρξιακούς μου φόβους, σίγουρα. Σε τέτοιες στιγμές, χρησιμοποιώ το ρήμα αισθάνομαι για να ‘’μεταφερθώ’’ σε μια σφάιρα πέρα από αυτό ππου ονομάζουμε φυσικό. Πρόκειται για μια συναισθηματική προσέγγιση της πεποίθησης, πως υπάρχει μέσα στη φύση ένα ψυχικό στοιχείο, του οποίου η ουσία μας είναι ακόμα άγνωστη.

M.M.:    Τα πρόσωπα των βιβλίων σας εμπλέκονται σε καταστάσεις που θυμίζουν τουλάχιστον σ’ εμένα,  μεταθανάτιους κόσμους. Υπάρχει ειδικός λόγος που συμβαίνει αυτό;

T.Z.:       Χωρίς να αποδέχομαι το χαρακτηρισμό ‘’μεταθανάτιος κόσμος’’, σχετικά με τα πρόσωπα των βιβλίων μου, απαντώ, έστω κι αν η εντύπωση όπως προσδιορίσατε ανήκει αποκλειστικά σ’ εσάς. Αν αυτό τελικά συμβαίνει, είναι γιατί τα πρόσωπα των έργων μου εκφράζουν την αγωνία μου για το Απόλυτο.

M.M.:   Προς τι η αγωνία για το απόλυτο;

T.Z.:      Μα σ’ όλη τη διάρκεια της γήινης ζωής μου, με καταδυναστεύει ο νόμος της σχετικότητας!

M.M.:   Υπάρχει εδώ μια λάθος δόμηση στην ψυχική προσμονή που….

T.Z.:       Ακούστε, η σκέψη των ανθρώπων παραδίνεται πιο εύκολα στις μνήμες που κρατούν μέσα τους όλη την επώδυνη γοητεία του ανεπίστρεπτου χθες. Η σιγουριά της χρονικής απόστασης μας εφησυχάζει όλους. Οι αισθήσεις όμως, ζουν μια ρευστή περιπλάνηση που λαχταρά ν’ αποκτήσει συνέχεια, μεταφυσική συνέχεια…

M.M.:   Υπονοείτε τη μεταφυσική με βάση την αρχαία ελληνική φιλοσοφία ή τη δυτική χριστιανική Θεολογία; Επιμένω στη διευκρίνιση γιατί στο βιβλίο ‘’Περίπτωση για Νηφάλιους’’ υπάρχει μία πληθώρα μυστικιστικών νύξεων.

T.Z.:       Ας ξεκαθαρίσουμε λίγο τα πράγματα. Σαν δημιουργός –καλλιτέχνης, ψηλαφώ τις ρίζες μου και κατ’ επέκταση των ηρώων (στα κείμενά μου), στον ετεροπροσδιορισμό της τέχνης και της εξέλιξής της, που βρίσκεται στην τελετουργία. Σ’ αυτές τις παλιές θρησκευτικές τελετουργίες που υπήρξαν η μήτρα της μαγείας για αιώνες. Κάποτε βέβαια το θρησκευτικό και συλλογικό της τελετής μετατράπηκε σε ελεύθερα ανθρώπινο και ατομικό. Σ’ αυτό βοήθησε ιδιαίτερα ο Χριστιανισμός. Έτσι οι αρχαϊκές μορφές Τέχνης που εξυπηρετούσαν μαγικούς σκοπούς, σήμερα στράφηκαν στην ανθρώπινη μορφή και αυτήν εξυπηρετούν. Με αυτή την έννοια ο συγγραφέας, ο μουσικός, ο ποιητής, ο ζωγράφος, ο γλύπτης του αιώνα μας, είναι ο σύγχρονος ‘’μάγος’’ παλαιότερων εποχών.

M.M.:   Δηλαδή ο καλλιτέχνης έστω αθέλητα λειτουργεί μεταφυσικά;

T.Z.:      Δεχόμενοι πως επέλεξε εκλεκτικά να δημιουργήσει μέσω της πνευματικής του υπόστασης εικόνες άχρονες, αυτόματα αποπνέει μια μονομερή αιωνιότητα που θυμίζει μεταφυσική σύλληψη.

M.M.:   Μ’αυτή τους την ιδιότητα, θα μπορούσαμε τελικά να υποστηρίξουμε πως είναι περισσότερο δεκτικοί στους συλλογικούς κραδασμούς του άγνωστου αύριο;

Τ.Ζ.:       Μάλλον ανήκουν στους υποψιασμένους που μπορούν και μορφοποιούν στο έργο τους τη σήψη που επέρχεται.

M.M.:    Μια και αναφερθήκατε στη λέξη ‘’έργο’’ ας επιστρέψουμε στο δικό σας. Αντικατοπτρίζει εσάς ή είναι εικόνα του σύγχρονου κόσμου γενικότερα;

T.Z.:       Ταλαιπωρημένο μέλος, αναπόσπαστο αυτού του σύγχρονου κόσμου, είμαι και εγώ. Επομένως, ο αντικατοπτρισμός διαθέτει μωσαϊκή όψη. Τα πρόσωπα που κινώ στον πεζό λόγο ή τα ‘’συμβολικά όντα’’ των ποητικών κειμένων μου, είναι προικοδοτημένα πηγαία από την αισιοδοξία του ελεύθερου βουλητικά πλάσματος. Έπειτα ακολουθούν την πορεία του σύγχρονου –ίσως και επαναλήψιμα αρχαίου- κόσμου. Πιο απλά, μετατρέπουν θεληματικά, σε αγωνία και φόβο το προικοδότημα. Συναρθρώνονται σε δύο αντίρροπους και αντιθετικούς πόλους γύρω από τους οποίους ταλαντεύονται και κλονίζονται, όπως και η γη στη μακρόχρονη πορεία της, μέσα στο αχανές της υλικής δημιουργίας.

M.M.:    Τελειώνοντας κ. Ζαχαριάδη, θέλω να ζητήσω να μου πείτε μήπως η μη συνταύτιση όπως ισχυρίζεστε με το έργο σας –σε πολλά σημεία- αποτελεί μια έμμεση προδοσία του εαυτού σας.

T.Z.:       Εγκαταλείποντας τα μεταφυσικά με προσγειώσατε επιθετικά στα γήινα! Πάντως κάποιος που αγωνίζεται –όπως επαναλαμβάνω συχνά- να επιβάλει όχι την αυτάρεσκη μοναδικότητά του αλλά το σεβασμό στη μοναδικότητα του ανθρώπινου προσώπου, νομίζω πως δεν προδίδει τον εαυτό του. Οι περισσότεροι έχουμε μάθει να θεωρούμε απειλή των εδραιωμένων κοινωνικών κινημάτων, τη στροφή προς το άτομο. Αφού όμως τα κινήματα αυτά έχουν στο σύνολό τους σχεδόν προδώσει τις βαθύτερες προσδοκίες των ανθρώπων, δεν είναι καιρός ν’αναζητήσουμε αλλού το δικαίωμα για μια πιο ικανοποιητική ζωή;

M.M.:   Στο μυστικισμό ίσως…

T.Z.:     Όχι, στην ελευθερία των απόρρητων πτυχών της ζωής μας!

http://trifonzachariadis.blogspot.gr/p/2010.html


 

 


http://trifonzachariadis.blogspot.gr/p/2010.html


 

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ Exclusive Family, Αγγελιοφόρος της Κυριακής, Σεπτέμβριος 2011

http://trifonzachariadis.blogspot.gr/p/exclusive-family-2011_20.html


 

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ INDEX, ΝΑ ΣΥΝΥΠΑΡΧΟΥΜΕ ΣΥΝΤΡΟΦΙΚΑ

http://trifonzachariadis.blogspot.gr/p/blog-page_20.html


 

Ποιος εκπαιδεύει συναισθηματικά ποιον

Συνέντευξη στη Μπήλιω Τσουκαλά στην εκπομπή της ΝΕΤ «‘Εχει Γούστο»


 

Aίτια και κοινωνικές συνέπειες της κρίσης (Μέρος Α’)

Συνέντευξη στη Μπήλιω Τσουκαλά στην εκπομπή της ΝΕΤ »Εχει Γούστο»

Aίτια και κοινωνικές συνέπειες της κρίσης (Μέρος Β’)

Συνέντευξη στη Μπήλιω Τσουκαλά στην εκπομπή της ΝΕΤ »Εχει Γούστο»